Ήταν βραδάκι ο Τάκης έπρεπε να πάει την μπουκάλα (γκάζι) πάνω στην Γαρυφαλλιά του Τσιμιτσέλη , πράγματι την πήγε την τοποθέτησε πήρε την κενή φιάλη, και δρόμο πάλι για το καφενείο. Στην επιστροφή σταμάτησε λίγο εκεί στου Φακιακούκι , τι το ήθελε? Ένα ποτήρι ο ένας ένα ποτήρι ο άλλος, άντε μετά να βρεις άκρη. Η ώρες πέρναγαν η Μαριγούλα ανησυχούσε τόσες ώρες που πήγε? Μήπως έπαθε τίποτα? Της τα πήραμε όμως τα μαντάτα…Στου Φακιακούκι είναι…Η Μαριγούλα κατάλαβε…
…Κλείνει το μαγαζί και πάει κατευθείαν εκεί. Τάκη σήκω έχουμε δουλειά τον έχασες τον δρόμο? Ο Τάκης την καλοσωρίζει και της λέει “φύγε Μαριγούλα μου και έρχομαι σε λίγο”. Με τα πολλά τον κατάφερε να πάνε μαζί για το σπίτι. Στο δρόμο τον έψελνε, “με άφησες μόνη μου και κάθεσαι με δαύτους και φαρμακώνεστε”. Του είπε και αλλά πολλά…
Ο Τάκης όμως είχε πάρει τα σκονάκια του και εύθυμος όπως ήταν την κοιτά με απορία χωρίς να θυμώσει και με την καλοσύνη που τον διακρίνει της απαντά με τον δικό του τρόπο . “Να την χαρείς την γλώσσα σου την αηδονολαλούσα που είναι στη μέση κουφωτή και λίγο ταλαντούχα. Να την χαρείς την γλώσσα σου την κουφωμηγδαλάτη που είναι στη μέση κουφωτή και ζάχαρη γεμάτη!!!”. Η Μαριγούλα όμως δεν ημέρευε και συνέχιζε την ψαλμωδία , τότε ο Τάκης ανοίγει το ράδιο πικάπ, βάζει ένα βινύλιο 45ρη και αρχίζει να παίζει το ίδιο τραγούδι έως το πρωί. Στο καπηλιό της Μαριγώς φαρμάκι πίνω μοναχός. Στης Μαριγώς το μαγαζί δέκα σκαλιά κάτω από τη γη!!! Μέγιστε Σαμαρτζή!!!

